Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

οι Αρορίτες της Μάνης, μία Αρχαιοελληνική δοξασία «δαιμόνιων»

Οι Καλικάτζαροι, στη μάνη τους λέμε Αρορίτες, είναι μία Αρχαιοελληνική δοξασία «δαιμόνιων» και πλέον εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου με 6 Ιανουαρίου). Αυτές τις μέρες τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και να τους ανακατέψουν τα σπίτια, διότι είναι άτακτοι και τους αρέσουν τα παιχνίδια... Ο Φώτης της Νικολακόνυφης, πιότερο γνωστής ως ψωροκωλίνας, ήτανε το μόνο παιδί που δεν έβγαινε να πει τα κάλαντα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.

Στα Φώτα όμως ήταν ο μοναδικός που περιμέναν να περάσει από όλα τα σπίτια του χωριού.

Γιατί ο Φώτης δεν έλεγε τα ορθόδοξα χριστιανικά κάλαντα αλλά είχε ανακατέψει τα αρχαία Ελληνικά, τα παγανιστικά δηλαδή με τα χριστιανικά.

Και τούτο, για να κρατάει, τα ήθη και τα έθιμα και των δυο εποχών. Και αυτά τα ήθη και τα έθιμα βασιζόντουσαν σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες παγανιστικές, αλλά και ορθόδοξες χριστιανικές θεωρίες. Η Μάνη όπως είναι γνωστό είχε κατοικηθεί από την Παλαιολιθική εποχή. Και οι πρώτοι κάτοικοί της ήσαν οι Λέλεγες. Και οι σημερινοί καλικάντζαροι ήτανε δικοί τους. Μόνο που τότε λεγόντουσαν Αρορίτες.

Από τότε λοιπόν αυτά τα δαιμονικά πνεύματα, έμπαιναν στα σπίτια των ανθρώπων, από τους καπνοδόχους, όπως και σήμερα, και μαγάριζαν το φαγητό τους σε αρονιάρες ημέρες. Αυτά τα μαλλιαρά δαιμονάκια, σαλτοπηδούσαν με το πέσιμο της νύχτας έξω από τις πόρτες, χτυπώντας κρούταλα με κουδούνες και τρουγκάνες που έκαναν σάλαγο και φώναζαν δαιμονισμένα.

- Αρορίτες είμαστε, αραρά γυρεύομε, φαγουλιάρες θέλομε, και παιδία παίρνουμε. ‘Η, τον κούρο, ή την κότα, ή θα σπάσουμε την πόρτα. Κι έριχναν μέσα τις γνωστές δαιμονόψειρες.

Από χριστιανικής πλευράς, οι Μανιάτες, το εορταστικό δωδεκαήμερο έχουνε υιοθετήσει ένα δικό τους εθιμικό έθιμο. Την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζί με το σφάξιμο του χοίρου φτιάχνουνε και τα παραδοσιακά χριστόψωμα με τις γαργαλιστικές μυρωδιές που μαγνητίζουν τους καλικάντζαρους.

Το βράδυ όμως της παραμονής ψήνουν τις λεγόμενες τηγανίδες που λέγονται και λαλάγκια, αρχαία ονομασία, και τις γνωστές για τη νοστιμιά τους τραβηχτές. Ενα είδος σταφιδόπιτας. Και τα δύο αυτά είδη έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Οι τραβηχτές είναι τα πανιά που θα ντύσουν το νεογέννητο Χριστό. Ενώ οι τηγανίδες που συμβολίζουν τις φασκιές είναι για να τυλίξουν, να φασκιώσουν το Θείο βρέφος. Τα ίδια κάνουν και την παραμονή των Φώτων. Μόνο που τότε τα καλικαντζαράκια γίνονται πιο επιθετικά και επικίνδυνα ενοχλητικά.

Οι αρχαίοι Αρορίτες, συναντώνται με διάφορες ονομασίες όπως: Καλικάντζαροι, καρακοντζόλαι, καρκατζαλαίοι, παγανά, κωλοβελόνηδες κλπ. Ο αρχηγός των κακών αυτών πνευμάτων, λέγεται Μαντρακούκος. Δεν έχουν βέβαια δύναμη να βλάψουν άνθρωπο, αλλά άμα μπουν στο σπίτι, το κάνουν άνω-κάτω.

Χύνουν νερά στα ρούχα, κατουράνε παντού και μαγαρίζουν κρασιά, λάδια, όπου βρουν φαγουλιάρες και διασκορπίζουν την στάχτη από το τζάκι που μπαινοβγαίνουν. Βέβαια οι άνθρωποι παίρνουν τα μέτρα τους. Κρεμούν ξύλινο σταυρό, κουδούνια, θυμιατήρια με δυσάρεστες οσμές, απήγανο και στήνουν όρθιο ένα αναμμένο κουτσούρι στο τζάκι και φυσικά ραντίζουν με το μικρό αγιασμό.

Ε! Και από όλα αυτά τους γλίτωνε ο Φώτης. Γιατί αρματωνότανε με όλα αυτά τα ξόρκια, έπαιρνε και την αγιαστούρα του παπά, σαν βοηθός του που ήτανε, με κλωνί βασιλικό και ψέλνοντας ξεπρογκούσε τα καλικαντζαρά. Ελεγε βέβαια τα χριστιανικά κάλαντα, αλλά φώναζε σαν καλικάντζαρος που μασκαρευότανε και το τραγούδι των καλικαντζάρων, που είναι:

- Φεύγετε να φεύγουμε
γιατί έρχεται ο τραγόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.

Και αν μας προφτάσει,
όλους θα μας αγιάσει
κι άμα θα μας πιάσει
θα μας ευλογήσει
και θα μας μαγαρίσει,
ο παπάς ο τουρλόπαπας.

Κόφτε δρόμο, τα ποδάρια σας στον ώμο
Τα κακάβια στο κεφάλι,
τα μωρά στην αμασχάλη
φτύστε φτου, φτου, φτου.
Φύγετε φίου, φίου, φου
καβαλήστε την φουφού.

Και το φινάλε του Φώτη στα δικά του κάλαντα ήτανε:
- Να σπορίσουνε τα είδωλα,
να κατέβουνε τα άγια.

Κι ενώ σκόρπαγε αγιασμό στην μπασιά του σπιτιού, έλεγε:
- Για να δροσιστούνε
και να αγιαστούνε
βρύσες και νερά,
να δροσιστεί κι ο αφέντης
με την κυρά και να είναι
τα χρόνια τους πολλά.

Και ο Φώτης είχε δυο καλάθια κρεμασμένα με θελιά στο λαιμό του, ένα μπρος, ένα πίσω και του βάνανε οι νοικοκυρές τις φιλεψιές. Που τι άλλο θα ήτανε από τηγανίδες, τραβηχτές, χριστόψωμα και όχι σπάνια και λουκάνικα, αντίς για τον κούρο και την κότα που ζητούσανε τα καλικαντζαρά.

Και φεύγοντας έλεγε:
Αύριο τα Φώτα και ο φωτισμός
και των εδικών σας ψυχών ο αγιασμός.
Και του χρόνου εδά νάμαστε όλοι ξανά.

Τα καλάντα των Φώτων από το Φώτη. Λαογραφικό αφήγημα από τον Π.Χ. Καράμπελα